μαγνητική ταινία

μαγνητική ταινία
Εύκαμπτη ταινία καλυμμένη από τη μία όψη με επίστρωση που μπορεί να μαγνητιστεί. Πάνω στην επίστρωση αυτή αποθηκεύονται αναλογικά ή ψηφιακά δεδομένα κατά μήκος ιχνών. Στην περίπτωση των αναλογικών δεδομένων η μ.τ. χρησιμοποιείται για καταγραφή ήχου ή εικόνας με συνοδευτικό ήχο. Εάν πρόκειται για απλή καταγραφή ήχου, για κάθε κανάλι χρησιμοποιείται ένα ίχνος κατά μήκος της ταινίας. Έτσι, για παράδειγμα, μια κοινή ακουστική κασέτα έχει δύο ίχνη προς καθεμία από τις δύο κατευθύνσεις. Εάν πρόκειται για καταγραφή εικόνας, υπάρχουν διαμήκη ίχνη για πληροφορίες ήχου και για σήματα συγχρονισμού και ελικοειδή (λοξά) ίχνη στα οποία βρίσκεται καταγεγραμμένο το σήμα της εικόνας. Στην περίπτωση των ψηφιακών δεδομένων, υπάρχουν τεχνικές εγγραφής τόσο με διαμήκη ίχνη όσο και με ελικοειδή. Τα ψηφιακά δεδομένα μπορούν να αφορούν είτε πληροφορίες υπολογιστικών συστημάτων είτε ψηφιακή αναπαράσταση αναλογικών πληροφοριών, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της ψηφιακής καταγραφής βίντεο από τις σύγχρονες ψηφιακές βιντεοκάμερες. Η διάρκεια ζωής των δεδομένων που βρίσκονται αποθηκευμένα στις μ.τ. είναι πάρα πολύ μεγάλη, αρκεί να λαμβάνονται ειδικές προφυλάξεις ώστε να μην επηρεάζονται οι μ.τ. από εξωτερικά μαγνητικά πεδία. Οι μ.τ. είναι σήμερα το φθηνότερο μέσο αποθήκευσης πολύ μεγάλου όγκου πληροφορίας. Για τον λόγο αυτό, και παρά το σημαντικό μειονέκτημα του μεγάλου χρόνου πρόσβασης στη ζητούμενη πληροφορία εξαιτίας του χρόνου εκτύλιξης, γίνεται ευρύτατη χρήση τους. Για μικρότερο όμως όγκο πληροφορίας έχουν αντικατασταθεί από συμπαγείς δίσκους (CD),που αποθηκεύουν μερικές εκατοντάδες MB (megabytes), και από ψηφιακούς βιντεοδίσκους (DVD), ο οποίοι αποθηκεύουν μέχρι και λίγα GB (gigabytes) πληροφορίας.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • ταινία — (taenia solium ταινία η μονήρης). Παράσιτο του γένους των πλατυέλμινθων, της τάξης των κεστωδών, της οποίας αποτελεί τυπικό είδος. Η τ. αυτή συμπληρώνει συνήθως την τελική φάση της ανάπτυξής της παρασιτώντας στο λεπτό έντερο του ανθρώπου, όπου… …   Dictionary of Greek

  • ήχου, εγγραφή — Σύνολο τεχνικών λειτουργιών που επιτρέπουν τη μεταφορά των χαρακτηριστικών του ήχου πάνω σε ένα κατάλληλο υλικό, ικανό να το διατηρεί και να το αναπαράγει. Η ε.ή. μπορεί να γίνει με μεθόδους οπτικο φωτογραφικές (που χρησιμοποιούνται για τον… …   Dictionary of Greek

  • τηλεόραση — Μεταβίβαση σε απόσταση, μέσω καλώδιου ή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων, και λήψη εικόνων. Η λειτουργία της τ. στηρίζεται σε ένα φυσικό φαινόμενο, που επιτρέπει τη μετατροπή των εικόνων σε ιδιαίτερη ηλεκτρική τάση. Ο σχηματισμός μιας ασπρόμαυρης… …   Dictionary of Greek

  • ακοομετρία — Σύνολο πειραματικών μεθόδων, οι οποίες επιτρέπουν να προσδιοριστεί ποσοτικά η ακουστική ικανότητα ενός ατόμου. Με τη στενή του έννοια, ο όρος σημαίνει έναν περιορισμένο αριθμό μεθόδων μέτρησης και ιδιαίτερα αυτές που μπορούν να προσφέρουν σε έναν …   Dictionary of Greek

  • εγγράφημα — το 1. ό,τι έχει εγγραφεί σε δίσκο, μαγνητική ταινία κ.λπ. 2. δίσκος, μαγνητική ταινία κ.λπ. πάνω στον οποίο έχει εγγραφεί λόγος, μουσικό κομμάτι, τραγούδι κ.λπ …   Dictionary of Greek

  • ραδιοτηλεσκόπιο — Ηλεκτρονική διάταξη που χρησιμοποιείται για τη μελέτη και τον εντοπισμό γαλαξιακών και αστρικών ραδιοπηγών, οι οποίες εκπέμπουν, με μορφή θορύβου, ηλεκτρομαγνητικά κύματα με μήκη κύματος μεταξύ 1 χιλιοστού και περίπου 30 μ.· χρησιμεύει ακόμα για… …   Dictionary of Greek

  • εγγραφή — η (AM ἐγγραφή) η καταχώριση σε βιβλίο ή κατάλογο τού ονόματος προσώπου, πράξης ή γεγονότος νεοελλ. 1. καταγραφή ατόμου σε κατάλογο, πίνακα με προσκόμιση πιστοποιητικών («εγγραφή στους στρατολογικούς καταλόγους, στο σχολείο», «εγγραφή… …   Dictionary of Greek

  • μαύρο κουτί — (flight recorder). Ειδική συσκευή, η οποία καταγράφει διάφορα στοιχεία μιας αεροπορικής πτήσης, όπως για παράδειγμα της κατεύθυνσης, της ταχύτητας, του υψομέτρου και άλλων ενδείξεων οργάνων, και των συνομιλιών του πληρώματος σε πραγματικό χρόνο.… …   Dictionary of Greek

  • μαγνητοσκοπώ — εγγράφω με τη χρησιμοποίηση μαγνητοσκοπίου εικόνες και ήχους τηλεόρασης σε μαγνητική ταινία. [ΕΤΥΜΟΛ. < μαγνήτης + σκοπώ (< σκοπός) πρβλ. αστερο σκοπώ, βολιδο σκοπώ] …   Dictionary of Greek

  • μαγνητοσκόπηση — η [μαγνητοσκοπώ] η εγγραφή εικόνων τηλεόρασης σε μαγνητική ταινία με τη χρησιμοποίηση μαγνητοσκοπίου, βίντεο …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”